βρωμολόγος

βρωμολόγος, ον,
A foul-mouthed, Luc.Pseudol.24.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρωμολόγος — βρωμολόγος, ον (Α) αυτός που λέει βρόμικους λόγους, ο αισχρολόγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βρώμος (II)* + λογος < λόγος] …   Dictionary of Greek

  • βρωμολόγους — βρωμολόγος foul mouthed masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -λόγος — (AM λόγος) β συνθετικό πολλών παροξύτονων ονομάτων και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που δηλώνουν αυτόν που λέει ό,τι δηλώνει το α συνθετικό (αισχρολόγος «αυτός που μιλάει αισχρά», ευφυολόγος «αυτός που λέει έξυπνα αστεία») ή αυτόν που …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.